
Η ομάδα Transatlantic Group
Η ομάδα ιδρύθηκε από τον Κάρολ Γιάρεκ και εμένα το 2020, μέσα από την ανάγκη μας να συνεχίσουμε την έρευνά μας στο πεδίο των παραστατικών τεχνών. Η αρχή αυτής της διαδρομής έγινε στην Πολωνία, στο Ινστιτούτο Γκροτόφσκι, συνεχίστηκε στην Κωνσταντινούπολη με την ομάδα Teatr Andra και, τελικά, κατέληξε στην Αθήνα, όπου βρίσκεται η βάση μας τα τελευταία χρόνια. Η Transatlantic Group αποτελείται από έναν σταθερό πυρήνα καλλιτεχνών που μας ενώνει η αγάπη για την έρευνα στην υποκριτική, τη μουσική και τη σωματική έκφραση, καθώς και η ισότιμη σκηνική αλληλοσυμπλήρωσή τους. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό· είμαστε και φίλοι πέρα από τη θεατρική συνθήκη, και αυτή η σύνδεση αποτελεί βασικό στοιχείο για όλους μας. Ο Σπύρος Δέτσικας, ο Βασίλης Τρυφουλτσάνης, ο Βασίλης Μπούτσικος, ο Rafael Habel, η Αντιγόνη Φρυδά, η Νάντια Μπαϊμπά, ο Σταύρος Ζαφείρης, η Αρετή Πετροπούλου και ο Γιώργος Γούσης, όπως και οι Αντώνης Γαλέος και Βασίλης Χατζόπουλος, είναι άνθρωποι χωρίς τους οποίους αυτό το σύμπαν που ονομάζεται Transatlantic Group δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Ο βασικός άξονας επιλογής των έργων μας καθορίζεται, πρωτίστως, από την καρδιά και το ένστικτο. Διαβάζουμε αρκετά—ο Κάρολ κι εγώ—και κάποια στιγμή, σε ανύποπτο χρόνο, έρχεται ένα δώρο: ένα βιβλίο που αγγίζει κάτι βαθιά παλμικό και αισθητηριακό. Τότε το συζητάμε, το διαβάζουμε μαζί, του δίνουμε χρόνο, το εξερευνούμε σε δύο γλώσσες (πολωνικά και ελληνικά) και, στη συνέχεια, το μοιραζόμαστε με την ομάδα. Και κάπως έτσι, ξεκινά η βουτιά.

Το θέατρο, μια ζωντανή συνάντηση βλέμματων
Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να ορίσω έναν συγκεκριμένο όρο για την ομάδα και τη δουλειά μας. Μου αρέσει, όμως, να το αποκαλώ Θέατρο όπου το βλέμμα του θεατή δεν είναι παθητικό, αλλά συναντά το βλέμμα του ηθοποιού. Δεν υπάρχει διάδραση—δεν μας αφορά αυτή η λειτουργία, τουλάχιστον όχι προς το παρόν—αλλά μας ενδιαφέρει το πώς το παραμύθι και η φαντασία ενεργοποιούνται. Όχι μόνο από τους ηθοποιούς, με κεντρομόλο τρόπο, αλλά και μέσα από τη συνάντηση με το βλέμμα του θεατή, που συμβάλλει με τον δικό του τρόπο στη ζωντανή, παρούσα στιγμή της σκηνικής αφήγησης.

Το "Βαδίζοντας" του Τόμας Μπέρνχαρντ συνομιλεί με το σήμερα
Όλα τα μεγάλα έργα έχουν τη δύναμη να συνομιλούν, με κάποιο τρόπο, με το εκάστοτε παρόν. Έτσι το νιώθω, βαθιά. Εξαρτάται, όμως, από το πότε τα συναντάς και αν μπορείς να τα χωρέσεις, γιατί μερικές φορές τα ερωτήματα που θέτουν είναι αβάσταχτα, αν σταθείς και τα αφουγκραστείς. Ο Μπέρνχαρντ, για μένα, είναι τόσο επίκαιρος όσο και τραγικός. Και η αλήθεια είναι πως το καταλάβαμε όλοι αυτό μέσα από τη διαδικασία των προβών. Ήταν ένα έντονο, συναισθηματικά φορτισμένο ταξίδι, αν και αρχικά δεν έμοιαζε να είναι. Είναι ένας ασύλληπτος άνθρωπος, με τεράστια αγάπη για τον άνθρωπο, και γι' αυτό τόσο μηδενιστικός και ακριβής. Σε μένα φαντάζει σαν ένας ιδιοφυής άντρας με τον παλμό και το αίμα εφήβου. Αν κάποιος έρθει να δει την παράσταση και ακούσει το κείμενο—το οποίο παρουσιάζουμε αυτούσιο, χωρίς καμία δική μας προσθήκη—ίσως νιώσει αυτό που προσπαθώ να πω εδώ. Και να απαντήσει μόνος του στο ερώτημα: είναι επίκαιρος;

"Βαδίζοντας" στο μη αυτονόητο
Η διαδρομή μας, με αφορμή το "Βαδίζοντας" του Μπέρνχαρντ, ξεκίνησε από το μη αυτονόητο του ίδιου του βαδίσματος. Και κατέληξε στο μη αυτονόητο της ύπαρξης. Τι είναι λογική; Τι είναι τρέλα; Και ποιος τις ορίζει; Μπορώ να μπω στα παπούτσια του άλλου, να βαδίσω προς αυτόν και μέσα του; Μπορεί, τελικά, η τρέλα να είναι μια μορφή επανάστασης απέναντι στο παράλογο της εποχής; Η παράσταση διαρκεί μία ώρα και αποτελεί μια χορική—και θα τολμούσα να πω μουσική—σύνθεση, όπου τίποτα δεν είναι χορογραφημένο, αλλά ταυτόχρονα τίποτα δεν είναι αυτοσχεδιαστικό. Όλη η παράστασή μας είναι το συμβάν στο μαγαζί του Rustensacher. Δεν συμβολίζει κάτι—δεν θέλω να πω κάτι μέσα από αυτό. Είναι ολόκληρος ο κόσμος που τραγουδήσαμε, βαδίσαμε, σταθήκαμε, κλάψαμε και αναρωτηθήκαμε, ο καθένας μόνος του και ύστερα όλοι μαζί, χορικά. Και τώρα, αναζητά το βλέμμα του θεατή για να ανθίσει.
Μια στιγμή στο μαγαζί του Rustensacher
Όλη η παράστασή μας είναι το συμβάν στο μαγαζί του Rustensacher. Δεν συμβολίζει κάτι—δεν θέλω να πω κάτι μέσα από αυτό. Είναι ολόκληρος ο κόσμος που τραγουδήσαμε, βαδίσαμε, σταθήκαμε, κλάψαμε και αναρωτηθήκαμε, ο καθένας μόνος του και ύστερα όλοι μαζί, χορικά. Και τώρα, αναζητά το βλέμμα του θεατή για να ανθίσει. Δεν ξέρω αν θα ήθελα να αφήσει κάτι. Μακάρι, όμως, να ταξιδέψει σε αυτό το αισθητηριακό μας ταξίδι και να συγκινηθεί, έστω για λίγο, μέσα σε αυτό το μαγαζί του Rustensacher.
Περισσότερες πληροφορίες
Βαδίζοντας
Αμφισβητώντας την συμβατική αφήγηση η ερευνητική ομάδα Transantlantic Group δημιουργεί μια χορική παρτιτούρα με όχημα την οποία ζωντανεύει το διεισδυτικό διήγημα του σημαντικού Ευρωπαίου συγγραφέα. Ένα γλωσσικά και υφολογικά αριστουργηματικό διήγημα, γεμάτο παραλογισμό, σκοτάδι και χιούμορ, στο οποίο ο αφηγητής και κάποιος Oehler ενώ περπατούν, συζητούν για τη φύση της σκέψης, της λογικής και της ύπαρξης καθαυτής. Εξετάζουν τη αλληλεπίδραση ανάμεσα στις «συνθήκες και τις καταστάσεις» του κόσμου, καθώς και τη σχέση ανάμεσα στο περπάτημα και τη σκέψη, ανάμεσα στην κίνηση και στην ακινησία. Ο κύριος άξονας της παράστασης είναι το επεισόδιο στο μαγαζί του Rustensacher, το οποίο περιγράφει σχεδόν εμμονικά ο Bernhard και κατά το οποίο ο πρωταγωνιστής (Karrer) φτάνει σε ένα κρίσιμο σημείο για την ύπαρξη του. Η σκέψη του Karrer, δηλαδή το περπάτημά του, τον έχει φέρει σε μια κατάσταση από την οποία μάλλον δεν υπάρχει επιστροφή. Το κατάστημα με τα παντελόνια μετατρέπεται για τον Karrer σε έναν τόπο ασφυκτικό για τη φύση της σκέψης και καταστροφικό για τον ίδιο.