
Σε διάστημα μίας μόλις εβδομάδας οι Αθηναίοι φιλόμουσοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν στο Μέγαρο Μουσικής δύο ρεσιτάλ με σημαντικότατες σονάτες για βιολί (και πιάνο), τα οποία προκάλεσαν ενδιαφέρον λόγω της ποιότητας και των …διαφορών τους!

Στις 14/10, λίγες ημέρες μετά την ανάδειξή του σε «Artist of the Year» από το κοινό του γνωστού περιοδικού Gramophone, o σπουδαίος Έλληνας βιολιστής Λεωνίδας Καβάκος χάρισε, συνοδευόμενος από την Κινέζα πιανίστα Γιούτζα Ουάνγκ, ένα ρεσιτάλ με όλες τις σονάτες για βιολί και πιάνο του Μπραμς. Το κοινό κατέκλυσε την «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» για να απολαύσει τους δύο εκλεκτούς καλλιτέχνες σ’ένα πρόγραμμα που αναπαρήγαγε -προς το καλύτερο, πάντως- την πρόσφατη δισκογραφική δουλειά τους. Αμφότεροι συμμετείχαν αφιλοκερδώς για την ενίσχυση του εκπαιδευτικού έργου του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής».
Το ρεσιτάλ επιβεβαίωσε για μία ακόμη φορά την «στροφή» που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στις ερμηνείες του Καβάκου. Χωρίς να έχει χάσει τίποτε από την αψεγάδιαστη ορθοτονία και τη δεξιοτεχνική ασφάλεια, το παίξιμό του διέπεται από μία κάποια αυστηρότητα, κράμα υψηλής συγκέντρωσης και στοχαστικότητας. Μακράν του να θεωρείται εγκεφαλικό, εκπέμπει μία εσωτερικότητα που ενίοτε καθηλώνει, ενίοτε ξενίζει!
Οι 3 Σονάτες για βιολί του Μπραμς, έργα της ώριμης περιόδου του συνθέτη, αποτελούν επιτομή του ρομαντισμού. Μελαγχολικός λυρισμός, πλούσιο συναίσθημα, εκφραστική γενναιοδωρία χαρακτηρίζουν, σε διαφορετικό βέβαια βαθμό, και τα τρία αυτά έργα. Στρογγυλός, ωραίος ήχος, υπερβολικά ψαγμένο πλην σταθερά νοηματοδοτημένο φραζάρισμα και αληθινή αίσθηση διαλόγου με το πιάνο οριοθέτησαν το στίγμα των ερμηνειών στις δύο πρώτες σονάτες, που ήχησαν σαν εξομολογήσεις, δίχως πάντως να απογειωθούν ποτέ. Αντίθετα, η 3η Σονάτα αποδόθηκε συναρπαστικά, με έντονες αντιθέσεις σε δυναμική και ταχύτητες, μεγαλύτερη ρυθμική ζωντάνια, φλογερές εξάρσεις!
Οι δύο σολίστ βρέθηκαν στο ίδιο μήκος κύματος, με την -συνήθως εκρηκτική- Ουάνγκ να ακολουθεί με ασφάλεια τις ερμηνευτικές επιλογές του Καβάκου, αυξάνοντας την ισορροπία και τον αντίκτυπο των εκτελέσεων.
Αντίστοιχα ίσχυσαν και για τα τρία «ανκόρ», όπου -εξαιρουμένου του τρίτου μέρους από τη 2η Σονάτα για βιολί του Σούμαν- υψηλός δείκτης ενέργειας επενδύθηκε τόσο στο Σκέρτσο σε ντο ελάσ. από την Σονάτα FAE (που ο Μπραμς συνέθεσε από κοινού με τους Σούμαν και Ντήτριχ), όσο και κυρίως στην εκπληκτική απόδοση της -μεταγραφής για βιολί και πιάνο- του Ρωσικού χορού από τον «Πετρούσκα» του Στραβίνσκυ.

Αν η προσέγγιση του Καβάκου στις ρομαντικές σονάτες του Μπραμς παρέπεμπε στον κλασικισμό, μία εβδομάδα αργότερα (21/10), στην «Αίθουσα Δημ. Μητρόπουλος», η Δανάη Παπαματθαίου-Μάτσκε αντιμετώπισε 3 από τις πρώιμες, κλασικές, σονάτες του Μπετόβεν (τις υπ’αρ. 1, 5 και 7) με ζωντάνια, ευγένεια και πάθος που παρέπεμπαν στον …ρομαντισμό!
Υπό την πιανιστική συνοδεία του -πατέρα της- Ούβε Μάτσκε, η 26χρονη βιολίστρια χάρισε ένα από κάθε άποψη εντυπωσιακό ρεσιτάλ. Θαύμασε κανείς την ποιότητα του ήχου, τη στέρεη τεχνική, την άρτια φραστική, το ρυθμικό σφρίγος, κυρίως όμως την εκφραστική αμεσότητα, την αφηγηματική ευφράδεια και την αυτοπεποίθηση του παιξίματός της.
Κατάφερε δε να αναδείξει, με σπάνια για την ηλικία της ωριμότητα, την υφολογική ιδιαιτερότητα κάθε σύνθεσης. Η 1η Σονάτα ξεχώρισε για το χιούμορ, την παιχνιδιάρικη διάθεση και τη φαντασία με την οποία αποδόθηκαν οι διαποτισμένες από το πνεύμα του ροκοκό παραλλαγές. Στην πλαστικότατη ερμηνεία της περίφημης Σονάτας «Της άνοιξης» επενδύθηκε ανεπιτήδευτη απλότητα και πηγαίος λυρισμός, ενώ σ’αυτήν της επιβλητικής 7ης Σονάτας αξιοποιήθηκαν δραματικές εναλλαγές διαθέσεων και καλά μετρημένα ρίσκα.
Η συνομιλία βιολιού-πιάνου έρρευσε αβίαστα, μολονότι θα επιθυμούσε κανείς ακόμη μεγαλύτερη ανάδειξη λεπτομερειών και αποχρώσεων στο παίξιμο του Μάτσκε, που είχε ως πρώτο μέλημα τη στιβαρή ρυθμική συνοδεία. Εξάλλου, ο Μπετόβεν τιτλοφόρησε τα έργα του «Σονάτες για πιάνο και βιολί»...
Σε κάθε περίπτωση, η Παπαματθαίου-Μάτσκε φαίνεται να αποτελεί την πλέον ελπιδοφόρα παρουσία στην επόμενη του …Καβάκου γενιά Ελλήνων βιολιστών!
Credits φωτογραφιών: Χάρης Ακριβιάδης